902 ξαναχτύπαγες -



Słownik ortograficzny grecki








ξαναχτύπαγες



βυθομετρήσαμε
ατσάλινο
επικοινωνεί
εκκεντρικότατα
μπολιαζόταν
ραδιοκασετόφωνου